Η ζήλεια είναι ένα αγκάθι στην ψυχή. Δυσκολεύει την επικοινωνία, απομονώνει τον άνθρωπο τόσο από τους συνανθρώπους όσο και το Θεό.

Ο γέροντας Παΐσιος[1] είπε:

--Εσύ έχεις πολλές δυνάμεις, αλλά τις χαραμίζεις με τη χαζή ζήλεια και ενώ είσαι ένα αρχοντόπουλο, βασανίζεσαι σαν κακόμοιρο γυφτάκι. Θα είχες προχωρήσει πολύ στην πνευματική ζωή, αν δεν σκάλωνες στην ζήλεια. Πρόσεξε γιατί η ζήλεια σου ρουφάει όλες τις ψυχικές και σωματικές σου δυνάμεις, που θα μπορούσες να τις προσφέρεις θυσία στο Θεό. Ήταν μια κόρη ζαχαροπλάστη που κάθε μέρα ο πατέρας της έδινε ένα μικρό κομμάτι ρεβανί για να μην την πειράξει το μεγάλο και αυτή έβλεπε τα παιδιά στο σχολείο που έτρωγαν μεγάλο κομμάτι μπομπότα (ψωμί από καλαμποκίσιο αλεύρι) και τα ζήλευε. “Τί μεγάλο κομμάτι τρώνε αυτά! Έλεγε. Εμένα ο πατέρας μου μικρό μου δίνει”. Ζήλευε τη μπομπότα που έτρωγαν τα άλλα παιδιά ενώ αυτή είχε ολόκληρο ζαχαροπλαστείο και έτρωγε ρεβανί. Κι εσύ δεν εκτιμάς τα μεγάλα χαρίσματα που σου έδωσε ο Θεός , αλλά βλέπεις τα χαρίσματα των άλλων και ζηλεύεις.

--Γέροντα πώς μπορεί κάποιος να ξεπεράσει τη ζήλεια;

--Αν γνωρίσει τα χαρίσματα με τα οποία τον έχει προικίσει ο Θεός και τα αξιοποιήσει, τότε δεν θα ζηλεύει και η ζωή του θα είναι Παράδεισος.

Όταν ο άνθρωπος φτάσει να χαίρεται για την πρόοδο των άλλων, τότε ο Χριστός θα του δώσει όλη την πρόοδο των άλλων.

Όλοι θυμόμαστε την παραβολή του ασώτου υιού που αναφέρεται στο ευαγγέλιο του Λουκά(15, 11-32)

Ένας άρχοντας είχε δυο γιους. Ο μικρότερος γιος ζήτησε το μερίδιο της περιουσίας που του αναλογούσε και έφυγε μακριά στα ξένα. Εκεί αφού κατασπατάλησε την πατρική περιουσία δεν είχε να φάει και βρήκε την πιο υποτιμητική δουλειά της εποχής εκείνης. Έβοσκε χοίρους. Όμως κάποια στιγμή συνειδητοποίησε τα χάλια του και αποφάσισε να ξαναγυρίσει στον πατέρα του. Ο πατέρας από μακριά είδε το ρακένδυτο γιο του να επιστρέφει, έτρεξε τον αγκάλιασε και τον ξαναέβαλε στην πρότερη θέση. Τον έντυσε σα βασιλόπουλο και κάλεσε όλο το χωριό να γλεντήσει για την επιστροφή του άσωτου γιου.. Ας σταθούμε όμως λίγο περισσότερο στη συμπεριφορά του μεγάλου γιού όπως την περιγράφει ο Λουκάς στο ιερό κείμενο.

            “Ο μεγαλύτερος γιος του βρισκόταν στο χωράφι και καθώς ερχόταν και πλησίαζε στο σπίτι, άκουσε μουσικές και χορούς. Φώναξε λοιπόν έναν από τους υπηρέτες και ρώτησε να μάθει τι συμβαίνει. Εκείνος του είπε: “γύρισε ο αδερφός σου, κι ο πατέρας σου έσφαξε το σιτευτό μοσχάρι, γιατί   ήρθε πίσω γερός”. Αυτός τότε θύμωσε και δεν ήθελε να μπεί μέσα. Ο πατέρας του βγήκε και τον παρακαλούσε, εκείνος όμως του αποκρίθηκε: “εγώ τόσα χρόνια σου δουλεύω και ποτέ δεν παράκουσα καμιά εντολή σου. Κι όμως σε μένα δεν έδωσες ποτέ ένα κατσίκι για να ευφρανθώ με τους φίλους μου. Όταν όμως ήρθε αυτός ο γιος σου, που κατασπατάλησε την περιουσία σου με πόρνες, έσφαξες για χάρη του το σιτευτό μοσχάρι”. Κι ο πατέρας του απάντησε: “παιδί μου, εσύ είσαι πάντοτε μαζί μου κι ότι είναι δικό μου είναι και δικό σου. Έπρεπε όμως να ευφρανθούμε και να χαρούμε, γιατί ο αδερφός σου αυτός ήταν νεκρός και αναστήθηκε, ήταν χαμένος και βρέθηκε”.

            Ο μεγάλος αδερφός φαινόταν ένα υπάκουο παιδί. Πάντα ήταν εργατικός και είχε καλή εικόνα προς την κοινωνία. Είχε όμως μέσα του ένα πάθος που τελικά τον απομόνωσε από τη χαρά της οικογένειας. Ζήλευε τον αδερφό του. Ενώ όλοι γλεντούσαν και χαίρονταν για την επιστροφή του άσωτου, μόνο ο μεγάλος αδερφός απομονώθηκε και οι σκέψεις κακίας γέμιζαν το νου του. Σκεφτόταν ότι ενώ αυτός δούλευε ακάματα τόσα χρόνια, δεν απόλαυσε τίποτα. Ενώ ο άσωτος αδερφός του κατασπατάλησε την περιουσία του και όμως έγινε δεκτός από τον πατέρα του. Οι κακές σκέψεις που φούντωναν τη ζήλεια του δεν αφορούσαν μόνο τον άσωτο αδερφό του αλλά και τον πατέρα του. Ένιωθε αδικημένος. Ήταν αλαζόνας, εγωιστής και νόμιζε πως τα ξέρει όλα και ότι ποτέ δεν κάνει λάθος.

            Πολλές φορές κι εμείς συμβαίνει να ζηλεύουμε κάτι στους άλλους. Νομίζουμε ότι οι άλλοι είναι πιο τυχεροί από εμάς. Αυτό όμως που συμβαίνει τελικά είναι να απομακρυνόμαστε από τους άλλους ανθρώπους, να γινόμαστε εγωπαθείς και φθονεροί. Μένουμε μόνοι μας και γεμίζουμε την καρδιά μας με εμπάθεια και κακία. Πρέπει να ξέρουμε όμως ότι με αυτόν τον τρόπο δε χάνουμε μόνο την επικοινωνία μας με τους άλλους ανθρώπους αλλά και με το Θεό γιατί ο Θεός δεν επισκέπτεται ανθρώπους με πάθη. Καλό είναι να συνειδητοποιήσουμε ότι η ζήλεια κάνει κακό τελικά, μόνο στον εαυτό μας. Μας ρουφάει όλες τις δυνάμεις γιατί ο νους είναι διασπασμένος και τα μάτια μας κοιτάνε μόνο ότι έχουν οι άλλοι. Έτσι αφήνουμε τον εαυτό μας ακαλλιέργητο, και τα χρόνια περνάνε χωρίς να καταφέρνουμε τίποτα.

            Ο πατέρας της παραβολής είναι ο Θεός Πατέρας και η κρίση του είναι διαφορετική από τη δική μας. Ίσως να σκεφτόμαστε ότι όντως ο μεγάλος γιος ήταν αδικημένος, πρέπει όμως να ξέρουμε ότι η δικαιοσύνη του Θεού είναι διαφορετική από τη δική μας. Η δικαιοσύνη του Θεού είναι η ευσπλαχνία του. Και δεν είναι δίκαιος ο Θεός με κανέναν από εμάς. Γιατί αν ήταν δίκαιος τότε θα μας είχε καταστρέψει προ πολλού αφού όλοι είμαστε αμαρτωλοί. Ο Θεός φέρεται στον καθένα μας όπως φέρεται στον άσωτο γιο. Περιμένει τη μετάνοια μας και τότε ξεχνάει όλες τις αμαρτίες μας.

            Αν κοιτάξουμε στον εαυτό μας και φροντίσουμε να βρούμε τα δώρα που μας έκανε ο Θεός, θα νιώσουμε ευγνωμοσύνη και χαρά. Αν βλέπουμε τους άλλους με αγάπη, τότε θα χαιρόμαστε με τις επιτυχίες τους και η ευλογία του Θεού θα είναι μεγάλη στη ζωή μας.

                                                                                                                                                                                                                                                                        Μπόμπου Μαγδαληνή

                                                                                                            Μs θεολόγος



    Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, Λόγοι Ε, Πάθη και αρετές, σσ. 119-128

 

katixitiko2

enisxutikh

ekdromes